ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πλούσια η λαϊκή παράδοση του οικισμού που δυστυχώς μέχρι σήμερα σώζονταν από στόμα σε στόμα. Αξιόλογη όμως η προσπάθεια της Πισοδερίτισας λαογράφου κ. Αντιγόνη Τσάμη να συλλέξει παραμύθια και έθιμα του οικισμού και να τα εκδώσει.

Οι παραδόσεις του Πισοδερίου συνδέονται με θρύλους για υπεράνθρωπους κλεισουροφύλακες, με διάφορα εθιμοτυπικά γύρω από τη γέννηση, το γάμο, το θάνατο, τις θρησκευτικές γιορτές, με παραμύθια της λαϊκής έμπνευσης των κατοίκων, με προλήψεις γιατροσόφια. Το δημοτικό τραγούδι είναι από παλιά μέσο έκφρασης ενός λαού, των πόθων και των ονείρων του.

Στα τραγούδια τους μπορεί να διακρίνει κανείς την ευαίσθητη ψυχή τους. Πολλά από τα τραγούδια του Πισοδερίου είναι παμπάλαια. Υπάρχουν πάρα πολλά τραγούδια του Πιδοδερίου και στην Κουτσοβλαχική και στην Ελληνική γλώσσα, τραγούδια τοπικά και πανελλήνια που τραγουδιόταν και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Υπάρχουν νανουρίσματα, μοιρολόγια, ερωτικά, τραγούδια του γάμου, της ξενιτιάς, πολεμικά και καντάδες.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εθιμοτυπικό του γάμου, ο γάμος γινόταν με προξενιά. Όταν οι γονείς έκριναν ότι ένα κορίτσι ήταν καλό, κατάλληλο για το σπίτι τους, έστελναν προξενήτρα. Οι γονείς του κοριτσιού μάντευαν την επίσκεψη, απ’ το σκάλισμα που αυτή έκανε με τη μασιά στα κάρβουνα του τζακιού. Εάν συμφωνούσαν, την επόμενη μέρα ο γαμπρός έστελνε ένα φλουρί στη νύφη που ήταν το μικρό σημάδι όπως έλεγαν. Η νύφη έστελνε στο γαμπρό μαντήλι. Ακολουθούσε συζήτηση και καθόριζαν μεταξύ τους οι οικογένειες τον αρραβώνα (μεγάλο σημάδι).

Στα αρραβωνιάσματα ή νύφη δώριζε δώρα στο σπιτικό του γαμπρού και οι συγγενείς , σύμφωνα με την απαίτηση του γαμπρού.. οι συγγενείς του γαμπρού φυσικά οι πλυσιέστεροι και ο γαμπρός χάριζαν στη νύφη φλουρί. Στα αρραβωνιάσματα πήγαιναν όλοι οι συγγενείς και διασκέδαζαν μέχρι τα χαράματα. Στο διάστημα του αρραβώνα ο γαμπρός δεν μπορούσε να δει τη νύφη.

Τα προικιά τα είχαν έτοιμα όσοι είχαν κορίτσια. Τα ετοίμαζε η μάνα και η ίδια κοπέλα. Σαράντα μέρες πριν το γάμο καλούσαν μοδίστρα για το ράψιμο των ρούχων. Έραβαν φορέματα και στο τέλος το νυφικό. Όταν έκοβε το νυφικό έριχναν χρήματα πάνω στο ψαλίδι, η μάνα η κουμπάρα και οι φίλες της νύφης. Η ίδια η νύφη έριχνε φλουρί. Το ράψιμο του νυφικού συνοδευόταν από τραγούδια.

Η σχετική διαδικασία του γάμου διαρκούσε μια εβδομάδα. Την πρώτη μέρα την Κυριακή καθάριζαν το σπίτι της νύφης, το ρύζι για το φαγητό του γάμου και ξεκινούσαν την περιποίηση του προσώπου και μετά έβαφαν τα μαλλιά της.

Τη Δευτέρα λούζονταν η νύφη και οι φίλες και οι συγγενείς βοηθούσαν στην τακτοποίηση της προίκας. Στο καλό δωμάτιο άπλωναν την προίκα πάνω στα μεντέρια. Άπλωναν σε σχοινιά στον τοίχο, τα φορέματα, τα κεντήματα, τις υφαντές κουβέρτες. Το καθένα από αυτά τα άπλωναν με περισσή φροντίδα και τάξη, γιατί από την επομένη περνούσε όλο το χωριό για να εκδηλώσει το θαυμασμό του. πάνω στα προικιά, πετούσαν κουφέτα και ρύζι, για να ριζώσει το ζευγάρι.

Την Πέμπτη καλούσαν πάλι συγγενείς και φίλους για το κάνουν το πιάσιμο της ρεβυθομαγιάς (γκιούλ). Το ζύμωμα το έκανε μια κοπέλα που είχε πατέρα και μητέρα άλλα και που γνώριζε τον τρόπο να το κάνει. Έκαναν εννέα φουρνιές με κουλούρες διαφόρων σχημάτων πρόσεχαν και στόλιζαν περισσότερο τις κουλούρες που προορίζονταν για τον κουμπάρο, τον παρακούμπαρο και τα συμπεθέρια.

Επίσης την πέμπτη γίνονταν προσκαλέσματα. Οι μπράτιμοι με ποδιές μοίραζαν τα προσκλητήρια σ’ όλο το χωριό.

Το Σάββατο ανήμερα του γάμου μάζευαν τα προικιά σε κασέλες ολοκαίνουριες που θα τις έπαιρνε η νύφη μαζί της.

Στο προαύλιο του σπιτιού του γαμπρού σχηματίζονταν πομπή για την παραλαβή της προίκας. Στα παλιά χρόνια συνήθιζαν να την παίρνουν Κυριακή πρωί.

Ο κουμπάρος, ο παρακούμπαρος συγγενείς και δυο αγόρια που φορούσαν κάτασπρες ποδιές, με τα όργανα μπροστά ξεκινούσαν με κέφι και με τραγούδια. Στην είσοδο του σπιτιού της νύφης τους περίμεναν οι συγγενείς. Ο αδελφός του γαμπρού έβγαινε μπροστά απ’ την πομπή με μια καράφα κρασί που την αντάλλασε με τους συγγενείς της νύφης και ζητούσε να παραδώσουν την προίκα. Για την παραλαβή της όμως έπρεπε να δοθεί και ανάλογο φιλοδώρημα. Κάποτε συμφωνούσαν σ’ ένα συμβολικό ποσό και άνοιγε η πόρτα για να μπει ο αδελφός του γαμπρού να πάρει την προίκα. Τότε φόρτωναν με πολύ τάξη όλα τα βαρεία πράγματα. Απαραίτητο ήταν να υπάρχει κασέλα. Τα μαξιλάρια κι άλλα ελαφρύτερα πράγματα τα κουβαλούσαν στα χέρια, κοριτσόπουλα ντυμένα στις μεταξωτές τους φορεσιές. Τα παλικάρια του χωριού εύρισκαν ευκαιρία τότε να δουν την αγαπημένη τους, να γνωρίσουν, να διαλέξουν την εκλεκτή τους.

Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού ο συγγενής που προπορευόταν με το άλογο, δεν ξεφόρτωνε την προίκα, αν ο γαμπρός δεν του έδινε το καθιερωμένο φλουρί. Τελικά έπαιρνε το φλουρί αγκαλιάζονταν και το παρέδιδε την προίκα.

Την παραμονή του γάμου πρωί – πρωί οι καλύτερες μαγείρισσες του χωριού, καταπιάνονταν με το μαγείρεμα, για το επίσημο τραπέζι του γάμου που γίνονταν Σάββατο βράδυ στο σπίτι της νύφης και την Κυριακή στο σπίτι του γαμπρού. παραδοσιακά φαγητά ήταν: κόκκινη σούπα από κοτόπουλα που διέτρεφαν, ψητά αρνιά στο φούρνο, κρέας με πατάτες ή λάχανο κι αδιάφορα εκλεκτά κρασιά που τα έκαναν μόνοι τους. Μπρούσικο για τους άνδρες, κοκκινέλι ημίγλυκο για τις γυναίκες. Χρησιμοποιούσαν χαμηλά επιμήκη τραπέζια που τα ονόμαζαν «στάλες».

Η υποδοχή του γαμπρού και της παρέας του γίνονταν ή στο πλάϊου όπως λέγεται η έξοδος του χωριού προς το Ανταρτικό ή στο πούρτσου αν έρχονταν από τη Φλώρινα στην είσοδο του χωριού ή πολλές φορές πήγαιναν και μέχρι την Βίγλα.

Όλοι ήταν στολισμένοι με τις καλές τους φορεσιές. Πάνω στα περήφανα άλογα έβαζαν κόκκινες φλοκάτες και λογιών – λογιών γιορντάνια. Έφταναν λοιπόν Σάββατο πρωινές ώρες, με το γαμπρό ομορφοστολισμένο, κρατώντας παγούρια ρακί και κάπου – κάπου ρουφούσαν, ενώ τα άλογα κάλπαζαν προς το χωριό, μεθυσμένα από το κρασί που τους έδιναν πριν ξεκινήσουν, τρέχοντας τρελά, κάνοντας διάφορες φιγούρες. Οι καβαλάρηδες περήφανοι πυροβολούσαν στον αέρα χωρίς να φοβούνται τους Τούρκους , που άλλωστε ήξεραν την αιτία των πυροβολισμών.

Το Σάββατο νωρίς – νωρίς παιδιά με ποδιές του γάμου και άλλοι μεγαλύτεροι με παγούρι γεμάτο ρακί (κόφα) έβγαιναν να προϋπαντήσουν τους οργανοπαίκτες. Γυάλιζε το ταμπούρλο από μακριά και αναπηδούσαν από ενθουσιασμό και χαρά που ανακάλυπταν ΄τι ήταν αυτοί που περίμεναν. Αφού τους κερνούσαν, πλησιάζοντας στο χωριό άρχιζε το ανεπανάληπτο παίξιμο του κλαρίνου και το χωριό είχε πια προειδοποιηθεί. Έτσι όλοι μαζί μέσα στην ομορφιά της ανοιξιάτικης ή της χλωμής φθινοπωρινής ομορφιάς της πλάσης, άρχιζαν το ξεφάντωμα του γάμου.

Τα όργανα το απόγευμα με τη συνοδεία των μπράτιμων καλούσαν τον κουμπάρο και τον παρακούμπαρο για το χορό του Σαββάτου. Στο προαύλιο του σπιτιού μαζεύονταν όλο το χωριό. Χόρευαν λεβέντικους χορούς, τον τσάμικο, το συρτό και ακατάπαυστα πετούσαν στα όργανα χρήματα. Έπειτα όλοι μαζί πήγαιναν στο σπίτι της νύφης όπου χόρευαν μέχρι τα ξημερώματα. Το τραπέζι του Σαββατόβραδου στη νύφη ήταν πλούσιο, και στο δείπνο παρακάθονταν μόνο οι καλεσμένοι. Το γλέντι διαρκούσε μέχρι αργά.

Στο προαύλιο της νύφης μαζεύονταν οι συγγενείς και οι φίλοι γύρω στις 12 μετά τα μεσάνυχτα για τα βγάλουν τις βρύσες. Πήγαιναν σε τρεις βρύσες. Τη νύφη υποβάσταζαν δυο νέοι που είχαν γονείς. Αυτή κρατούσε στα χέρια της κανάτα, γέμιζε νερό, έριχνε λίγο στη βρύση, πράγμα που σήμαινε η ζωή να κυλά γάργαρη, καθάρια σαν το νερό. Έριχνε επίσης μέσα στη γούρνα κι ένα κέρμα. Έπειτα γύριζαν στο σπίτι της νύφης οι συγγενείς και σκόρπιζαν κι αυτοί τα δικά τους σπίτια. Ξημέρωνε η μεγάλη μέρα του γάμου.

Κυριακή πρωί παρατηρούσε κανείς μεγάλη κίνηση και στα δυο σπίτια. Στο προαύλιο του σπιτιού του γαμπρού μαζεύονταν οι συγγενείς κι οι φίλοι για να παραβρεθούν στο ξύρισμα που ήταν πολύ γραφικό έθιμο. Τα όργανα καλούσαν τον κουμπάρο και τον παρακούμπαρο. Κάποιος αναλάμβανε να κάνει το μπαρμπέρη. Ο γαμπρός κάθονταν στην καρέκλα, τα όργανα σιγόπαιζαν διάφορα τραγούδια, μια κοπέλα κι ένα αγόρι κρατούσαν μια κάτασπρη πετσέτα κι όλα ήταν έτοιμα. Άρχιζε το ξύρισμα. Πρώτος άρχιζε ο κουμπάρος μετά ο μπαρμπέρης ενώ οι άλλοι τραγουδούσαν με την συνοδεία του κλαρίνου, το κατάλληλο γι’ αυτήν την ώρα τραγούδι: «Γκίνε σβύνε σ’ μπιρμπέρλου τας σουρσεάσκε γαμπρόλου. Μπιρμπέρε πι κάπλου ατόον σνιούλ σουρσέστσιοι γαμπρόλου μουσιάτου, μεα στι λα νούνλου, στι λα φουρτάτλου, μεά στο λα μβεάστα αμέα στι λα σοάκρα αμεά.». σημαίνει: «καλώς ήρθε ο μπαρμπέρης για να μας ξυρίσει το γαμπρό. Μπαρμπέρη σε παρακαλώ να μας ξυρίσεις το γαμπρό όμορφο και για τον κουμπαρο και για τον παρακούμπαρο και για τη νύφη και την πεθερά». Όταν τελείωνε το ξύρισμα σκουπίζονταν με την πετσέτα, ο Δε κουμπάρος έριχνε χρήματα στο ταψί που δίπλα απ’ το γαμπρό τοποθετούσαν κι έπειτα έριχναν όλοι οι άλλοι. Το κλαρίνο και άλλα βοηθητικά όργανο συνέχιζαν τους όμορφους γαμήλιους σκοπούς, ενώ ο γαμπρός ανέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού για να ετοιμαστεί για τη στέψη.

Στη νύφη γίνονταν το ίδιο, οι φίλες της τη στόλιζαν της φορούσαν τα νυφικά, της χτένιζαν τα μαλλιά, ενώ τα παπούτσια της τα φορούσε ο κουμπάρος. Τα ρούχα της νύφης τα ζυγιάζανε ενώ του γαμπρού τα θυμιάτιζαν και μετά τα φορούσε. Η νύφη πριν φορέσει και το πέπλο περίμενε ακίνητη να’ έρθει ο γαμπρός για τη στέψη.

Τα κορίτσια και οι νέες γυναίκες σιγοτραγουδούσαν τραγούδια της στιγμής και κερνούσαν όλο το χωριό που περνούσε να συγχαρεί και να καμαρώσει τη νύφη.

Στο σπίτι του γαμπρού μετά το ντύσιμο έβγαινε ο γαμπρός στην εξώπορτα, όπου ο πατέρας του τον ευλογούσε και του έδινε να πιει τρεις φορές κρασί, οι συγγενείς του δώριζαν διάφορα δώρα και πανέτοιμοι με τα όργανα μπροστά ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης. Οι φίλες της μόλις έβλεπαν την πομπή να φτάνει στο σπίτι, έβγαιναν στο προαύλιο και δεν άφηναν τον κουμπάρο να περάσει μέσα για να πάρει τη νύφη. Μετά αυτός έδινε χρήματα και έτσι περνούσε μέσα, ο παρακούμπαρος της έδινε τα παπούτσια και ο κουμπάρος το πέπλο, αυτή έκανε νάζια πως δεν της αρέσουν, αλλά τελικά τα φορούσε. Μετά την αποχαιρετούσαν, πρώτα οι γονείς, τα αδέρφια, οι συγγενείς και όλοι οι άλλοι φίλοι, ενώ οι φίλες της τραγουδούσαν τραγούδια αγάπης. Έπειτα οι συγγενείς του γαμπρού ανέβαιναν μέσα στο σπίτι όπου και τους κερνούσαν. Ο γαμπρός παρέμενε ακόμη έξω όρθιος, ενώ η νύφη τον κοίταζε κρυφά έχοντας κοντά της ένα κόσκινο, ένα δαχτυλίδι και ένα καπίστρι μέσα στο κόσκινο. Ο αδερφός της νύφης ή ο πατέρας την έβγαζε έξω κρατώντας την από το μπράτσο. Έξω συναντούσε τον πεθερό και την πεθερά τους οποίους δώριζε κάτι, ενώ η πεθερά είχε φρούτα και έδινε στη νύφη, η νύφη έκανε τα νάζια της και τελικά τα έπαιρνε. Έξω τώρα αυτός που κρατούσε τη νύφη από το μπράτσο έλεγε του πεθερού: «έρχεσαι από τον κάμπο δεν μας φέρνεις τίποτε; Εγώ από το βουνό σου δίνω μια αρκούδα».

Σχηματίζονταν τώρα η πομπή, προπορεύονταν τα όργανα οι μπράτιμοι με τις ριγωτές και άσπρες ποδιές τους και με τα παγούρια γεμάτα κρασί. Κάθε τόσο σταματούσαν το χορό κι έπιναν. Έπειτα ακολουθούσε ο γαμπρός με τους συγγενείς του και από πίσω η νύφη αέρινη, χαμηλοβλεπούσα με τη δική της παρέα.

Ήταν μια υπέροχη πομπή, καθώς έφτανε κάτω απ’ τους συγκινητικούς ήχους στην είσοδο της εκκλησίας. Εκεί τους περίμενε παπάς. Έπαιρνε πρώτα το γαμπρό και μετά την νύφη. Στο τέλος του ιερού μυστηρίου της στέψης, ο κουμπάρος έριχνε ένα ύφασμα στους ώμους των νεόνυμφων.

Στο προαύλιο της εκκλησίας τώρα χέρι-χέρι, χαρούμενοι έσερναν εκείνοι πρώτοι το χορό κι ακολουθούσε ο άλλος συγγενικός κόσμος. Μετά το γάμο σχημάτιζαν πάλι πομπή και προχωρούσαν προς το σπίτι του γαμπρού. τους υποδέχονταν ο πεθερός, ο οποίος κρατούσε μια κούπα με μέλι και βούτυρο, όπου βουτούσε το χέρι της η νύφη κι άλειφε την εξώπορτα, κάνοντας το σημείο του σταυρού. Στο πάτωμα έστρωναν ένα άσπρο υφαντό ύφασμα, όπου αυτή πατούσε, να είναι άσπρος και καθάριος ο δρόμος της ζωής της, στο καινούριο σπιτικό. Δώριζε στην πεθερά κάλτσες, ο Δε πεθερός έσπαζε μια κουλούρα φρεσκοζυμωμένη, πάνω στο κεφάλι της. Στο κατώφλι του σπιτιού, ακόμη έβαζαν ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι, να υποδεχθεί τη νύφη, η οποία τους δώριζε κάλτσες. Επίσης στο κατώφλι του σπιτιού έσφαζαν ένα κόκορα. Στη δύναμη του πετεινού απέδιδαν δυο σημασίες.: Ότι είναι σύμβολο γονιμότητας αλλά και σύμβολο απομάκρυνσης κάθε κακού. Το απόγευμα τα όργανα καλούσαν τον κουμπάρο και τον παρακούμπαρο για το δείπνο της Κυριακής.

Σιγά – σιγά έρχονταν το συγγενολόι για το δείπνο που ήταν περίφημο με τα πλούσια και πάλι φαγητά, φρούτα, ξηρούς καρπούς και κρασί. Χόρευαν κι έπιναν ως τα χαράματα μέχρι να πραγματοποιηθούν όλα τα θελήματα του κουμπάρου, γιατί η επιθυμία του ήταν προσταγή και γίνονταν ότι ήθελε. Ήταν αλληγορικές μα πολύ διασκεδαστικές γεμάτες φαντασία που ξαφνικά οι επιθυμίες του.

Στο τέλος αποχωρούσαν οι συγγενείς και οι φίλοι με άπειρες ευχές τους νεόνυμφους. Τελευταίοι χαιρετούσαν οι γονείς της νύφης συγκινημένοι μα και περήφανοι που άφηναν στο καινούριο σπιτικό την κόρη τους.

Την επόμενη μέρα – τη Δευτέρα΄- η μάνα της νύφης έστελνε πρωί-πρωί τα κλειδιά από τις κασέλες και χαλβά από αλεύρι. Η νύφη ντυμένη με το πανέμορφο Δευτεριάτικο φόρεμα δώρο του γαμπρού, δεχόταν τους επισκέπτες της.

Την Τρίτη: ο κουμπάρος, ο παρακούμπαρος και οι στενοί συγγενείς καλούσαν το ζευγάρι, για τηγανίτες (πτιγένοι). Τα σπίτια των συγγενών που τους περίμεναν ήταν πανέτοιμα, με στρωμένα τραπέζια που είχαν διάφορους ξηρούς καρπούς. Όμως ξεχωριστή θέση για τη μέρα αυτή είχαν οι τηγανίτες. Για τον κουμπάρο και τον παρακούμπαρο γίνονταν ένα μικρό γλέντι.

Την επόμενη επισκέπτονταν τα άλλα συγγενικά σπίτια.

Το Σάββατο: οι γονείς της νύφης καλούσαν τους νεόνυμφους σε γεύμα. Φυσικά καλεσμένοι ήταν και οι γονείς του γαμπρού και οι στενοί συγγενείς, ο κουμπάρος και ο παρακούμπαρος. Γίνονταν ένα μικρό γλέντι που το ονόμαζαν τα επιστρόφια (Μπιργίτσα) και κρατούσε μέχρι το μεσάνυχτα.

Τη δεύτερη εβδομάδα μετά το γάμο, τη Δευτέρα και οκτώ μόλις ημέρες μετά τη στέψη, η νύφη έκανε γλυκιά πίτα, που τη μοίραζε στους συγγενείς κι αυτό όπως έλεγαν για να είναι γλυκιά η νύφη, σε όλη τη ζωή και καλοδεχούμενη από τους συγγενείς.

Το Σάββατο ο πεθερός κι η πεθερά έστελναν τη νύφη στο πατρικό της σπίτι να λουστεί. Τη συνόδευε ένα αγοράκι. Εκεί ζούσε για λίγο την ανάμνηση της κοριτσίστικης ζωής της.

Ξαναζούσε για λίγο τους καημούς και τα όνειρα της.

Τώρα στη καινούρια της ζωή, οπωσδήποτε προσπαθούσε να δώσει πνοή σε όλα της τα όνειρα που έπλασε, ώστε να γίνουν πραγματικότητα στη νέα της οικογενειακή ζωή.

Το σούρουπο έφευγε από το πατρικό της κι έπαιρνε τα ρούχα της αλλά και κάτι ακόμα, τις συμβουλές απ’ τους απλούς μα γεμάτους αγάπη γονείς της τις οποίες κρατούσε για πάντα μέσα της, σαν ιερή παρακαταθήκη και συνέχιζε στο καινούριο της σπιτικό, να σκορπά απλόχερα γύρω της. Την αγάπη.

Έτσι δημιουργούσε με κατανόηση την οικογένεια της μαζί με τον σύντροφο της ζωής της, δημιουργούσαν μαζί το δικό τους σπιτικό, με όνειρα και ελπίδες για μια ζωή χαρούμενη και ευτυχισμένη.

Τα έθιμα είναι βαθειά χαραγμένα στη ψυχή κάθε λαού, τη δύναμη τους την αντλούν από τη ζωή του παρελθόντος, απ’ την παράδοση. Κάθε πόλη κάθε χωριό έχει και τα δικά του έθιμα. Κινδυνεύουν ωστόσο ειδικά στα χωριά , να σβήσουν με το πέρασμα του χρόνου, είτε γιατί οι περισσότεροι πήραν το δρόμο της ξενιτιάς, και οι γεροντότεροι που διατηρούσαν την παράδοση δεν επιζούν για να τη συνεχίσουν, είτε γιατί και η πρόοδος σιγά-σιγά τα αφανίζει.

Ωστόσο μπορεί κανείς να ζήσει λίγες στιγμές με την αναβίωση μερικών από τα έθιμα που εξακολουθούν να υπάρχουν στο χωριό Πισοδέρι και που είναι από τα ομορφότερα. Ένα από αυτά είναι ο Κλήδονας, γιορτή των ανθέων όπως την έλεγαν. Γιορτάζεται την ημέρα του Ιωάννη του Προδρόμου στις 24 Ιουνίου. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαία εποχή.

Η ημέρα αυτή δεν είναι παρά ιερό προσκύνημα του Άη- Γιάννη του Προδρόμου.

Γιορτάζονταν μεγαλόπρεπα, και τον έλεγαν Κλήδονα γιατί πίστευαν ότι αυτός έχει κλεισμένη την τύχη κάθε ανύπαντρης κοπέλας. Η γιορτή άρχιζε την παραμονή. Έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες. Συγκεντρώνονταν κατά γειτονιές και όλες μαζί καλεσμένες από κοπέλα αρραβωνιασμένη κατά το έθιμο, με τους κλήδονες στα χέρια πήγαιναν στο σπίτι όπου θα γινότανε το γλέντι.

Η αρραβωνιασμένη τις καλούσε έχοντας μαζί της ένα μπουκέτο αγριολούλουδα, που γέμιζαν την πλάση εκείνο το μήνα.

Ο Κλήδονας ήταν ένα μπακιρένιο (γκιούμι) όπως το ονόμαζαν γεμάτο μυριόχρωμα αγριολούλουδα και τον ονόμαζαν μικρό κλήδονα. Αυτούς του μικρούς κλήδονες τους συγκέντρωναν στο σπίτι, τους τοποθετούσαν στο τσαρντάκι, όπως ονόμαζαν τη σάλα και στη μέση έβαζαν το μεγάλο κλήδονα (της αρραβωνιασμένης) που ήταν στολισμένος με πολλά λουλούδια και σκεπασμένος με κάτασπρο πέπλο.

Οι γραφικές τοπικές στολές που φορούσαν, λαμποκοπούσαν. Ήταν φαρδιές φούστες μέχρι τον αστράγαλο, μπλούζες ολομέταξες με διάφορα φανταχτερά χρώματα, ποδιές χρυσοκέντητες, μανδύες πολύχρωμες, δεμένες με χάρη κι ομορφιά στα καλοχτενισμένα μαλλιά τους, με πολλά ασήμια στον λαιμό τους, ρολόγια, πεντάλυρα σταυρωτά περασμένα σε ολόχρυσες αλυσίδες.

Κρυστάλλινα νερά έβαζαν στα «γκούμια» κι από τα μυρωμένα αγριολούλουδα ένα μπουκέτο.

Όλοι μαζί οι κλήδονες έμοιαζαν σαν μια ονειρεμένη, λουλουδιασμένη εικόνα μαζί με τις πανέμορφες κοπέλες που έσερναν περήφανα το χορό γύρω από το μεγάλο κλήδονα.

Μέσα σ’ αυτόν έριχναν διάφορα αντικείμενα, σκουλαρίκια, δακτυλίδια ή νομίσματα. Πίστευαν ότι ο Αϊ –Γιάννης θα ξάνοιγε τη μοίρα τους, το κλειστό ριζικό τους.

Το απόγευμα στις 6 περίπου σχημάτιζαν πομπή που χαίρονταν να τη βλέπει κανείς καθώς αντίκριζε εκείνες τις πολύχρωμες στολές και τα γκιούμια γεμάτα αγριολούλουδα, να κινείται ένα σύνολο πανέμορφο έχοντας στο κέντρο την πομπής την αρραβωνιασμένη με το μεγάλο κλήδονα πάνω στο κεφάλι της. Προχωρούσαν γεμάτες χαρά και έπρεπε να σταθούν σε τρεις βρύσες.

Έλεγαν διάφορα τραγούδια σε κάθε βρύση.

Αφού περνούσαν από τις τρεις βρύσες επέστρεφαν στο σπίτι για να συνεχίσουν τα τραγούδια και τον χορό.

Τον κλήδονα τον έβαζαν κάτω από το εικονοστάσι όταν τελείωνε ο χορός για να πάρει την ευλογιά του θεού, κι εκπληρώνονταν οι επιθυμίες τους και οι ευχές γιατί πήγαζαν απ’ την αγνή τους ψυχή, γιατί ένιωθαν δυνατή πίστη στο θεό.

Την επόμενη μέρα της γιορτής εκκλησιάζονταν όλες. Μετά τον εκκλησιασμό πήγαιναν στο σπίτι της αρραβωνιασμένης για να τη βοηθήσουν να κάνουν, κατά το έθιμο, πίτες νηστίσιμες με λάδι και ρύζι. Η προετοιμασία ήταν κάτι το ξεχωριστό άλλες ζύμωναν, άλλες άναβαν τον φούρνο, άλλες κουβαλούσαν νερό. Όσες γριούλες επιζούν, θυμούνται νοσταλγικά τις ημέρες εκείνες και δακρύζουν για το παρελθόν που πέρασε, βαθειά συγκινημένες. Μετά το ψήσιμο της πίτας έστρωναν το τραπέζι στο τσαρντάκι του σπιτιού και με διάφορες ευχές δοκίμαζαν τις πίτες που μόνες έφτιαξαν.

Το απομεσήμερο ξεκινούσαν με τους κλήδινες στα χέρια και το μεγάλο κλήδονα πάνω στο κεφάλι της οικοδέσποινας, για την εξοχή. Πήγαιναν στην ίδια πάντα τοποθεσία στο «παλαιοχώρι» που βρίσκεται κοντά στο ποτάμι του χωριού, σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι γεμάτο αγριολούλουδα, μη με λησμόνει μανουσάκια και άλλα. Με το ηλιοβασίλεμα ξάνοιγαν τον κλήδονα. Η αρραβωνιασμένη μοίραζε τα αγριολούλουδα απ’ το μεγάλο κλήδονα, τα ράντιζε με το νερό του και έπαιρναν και τα αντικείμενα που είχαν βάλει μέσα την προηγούμενη μέρα. Μετά έτρωγαν λίγη τούρτα του άϊ – Γιαννιού που είχαν φτιάξει και συνέχιζαν το χορό, τραγουδώντας διάφορα τοπικά τραγούδια. Άνδρες δεν πήγαιναν στη γιορτή, ορισμένοι όμως αγνάντευαν απ’ την αντίπερα πλαγιά, την Τανασίτσα, το χορό για λόγους προστασίας.

Όταν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου χρύσωναν τις βουνοπλαγιές της Νερομάνας και τη Πέτρας της αρκούδας ανηφόριζαν το μονοπάτι για το χωριό χαρούμενες και βέβαιες πώς ο κλήδονας θα ξάνοιγε τις τύχες τους και πως οι προσδοκίες τους θα βγαίνανε αληθινές μέσα απ’ την πίστη τους.

Το έθιμο του κλήδονα αναβιώνει μέχρι σήμερα. Του Αϊ- Γιαννιού πολλές Πισοδερίτισες που κάθονται στη Φλώρινα πηγαίνουν στο χωριό τη μέρα αυτή για να γιορτάσουν το έθιμο των λουλουδιών.

Στα παλαιότερα χρόνια στο Πισοδέρι υπήρχε ένα όμορφο έθιμο που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα. Το έθιμο της κλωστής του Μάρτη. Την παραμονή της πρώτης του Μάρτη, η γιαγιά κάθε σπιτιού, ετοίμαζε την κλωστή που ήταν δυο χρωμάτων κόκκινη και άσπρη. Την στριφογύριζε και περνούσε και τρύπιες δεκάρες, σε ορισμένα κομμάτια. Η διαδικασία αυτή, που ήταν το δέσιμο της κλωστής, είχε βαθύτερο νόημα. Πίστευαν ότι το άσπρο χρώμα συμβολίζει την αγνότητα και το δέσιμο της οικογένειας η Δε κόκκινη ότι συμβολίζει την αγάπη και οι δυο μαζί αποτελούσαν την πίστη προς τη θρησκεία, ήταν οικογένεια και θρησκεία δυο έννοιες συνδεδεμένες στενά. Μετά από το φαγοπότι και τα επιδόρπια άρχισε το δέσιμο. Η γιαγιά κρεμούσε στο λαιμό ή περνούσε στον καρπό του χεριού ή στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού, αρχίζοντας από το μικρότερο. Σε λεχώνα αν τύχαινε και υπήρχε της περνούσε στο λαιμό με μια τρύπια δεκάρα, με λίγο σκόρδο και ψημένο ζυμάρι ένα κομματάκι μικρό, για το μάτι κατά πως λέγανε. Αυτό το έθιμο της κλωστής του Μάρτη έχει τις ρίζες του από τη Ρωμαϊκή εποχή, μετά πέρασε στους Βυζαντινούς χρόνους όπου οι Βυζαντινές πατρίκιες κρεμούσαν στο λαιμό σκόρδο, κρεμμύδι και άλλα μικροπράγματα ακόμη κρεμούσαν και χρυσή αλυσίδα. Η μαγιάτικη κλωστή δένονταν σε όλα τα μέλη της οικογένειας, στους μικρότερους φυσικά.

Έπειτα η γιαγιά έπαιρνε ένα μαύρο πανί το έκανε στρογγυλό σαν κουβάρι και καθισμένη στο παραγώνι, δίπλα στην πλούσια φωτιά του τζακιού έραβε σιωπηλή σκεπτική.

Κάποιος περίεργος εγγονός της ρωτούσε: τσι κόσοι μάτε; (τι ράβεις γιαγιά;). Ανταπαντούσε σπάζοντας τη σιωπή της: «ράβω τα στόματα των εχθρών» «κόσου γκούρα α εχτσιρλορ;» σιγομουρμούριζε ξανά και η εγγονή από κοντά της και ανταπαντούσε: «ράβω και δένω τις αρρώστιες, ράβω και δένω τις κακοτυχίες της οικογένειας και τις σταματώ εδώ. Δένω την εργασία να καρποφορήσει. Ράβω και δένω την αγάπη και τη γαλήνη να μας ακολουθεί». Έπειτα το μαύρο κουβάρι γεμάτο βελονιές, το κρεμούσε μέσα στο τζάκι, και εκεί με τις σπίθες της άσβεστης φωτιάς σιγοκαίγονταν και οι μεν κακοτυχίες διασκορπίζονταν και φεύγανε έξω από το τζάκι με τον καπνό, η Δε αγάπη και η ευημερία παρέμενε χαμηλά, έμπαινε μέσα στο δωμάτιο, διασκορπίζονταν μέσα στην οικογένεια. Την κλωστή του Μάρτη την κρατούσαν εννιά μέρες. Την ένατη, την κρεμούσαν στα μπουμπουκιασμένα κλαδιά έξω από το σπίτι ή σε καμιά τριανταφυλλιά του κήπου. Πίστευαν ότι από εκεί θα την έπαιρνε ο πελαργός και τα χελιδόνια και θα την πήγαιναν στο θεό και ο θεός θα τους ανταπέδιδε αυτά που επιθυμούσαν. Έτσι τα μικρά παιδιά περίμεναν τα δώρα τους όλο το χρόνο.

Η κλωστή του Μάρτη είχε μεγάλη δύναμη καθώς πίστευαν και του προφύλαγε από το μαύρισμα του ήλιου που καίει αυτό το μήνα παράξενα. Και αυτό είναι συνδεδεμένο με μια παλιά δοξασία των βυζαντινών οι οποίοι πίστευαν ότι η άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως του ήλιου και η κόκκινη το μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν την καυτή ηλιαχτίδα και έτσι προστατεύεται το πρόσωπο και ο λαιμός από το άρπαγμα του Μαρτιάτικου ήλιου. Η κλωστή του Μάρτη είχε τη δύναμη να τους προστατεύει και από διάφορες αρρώστιες ειδικά από του πυρετούς.

Άλλο έθιμο, όμορφο προμύνημα της άνοιξης ήταν « τα χελιδονίσματα» πρωί –πρωί τα παιδιά πήγαιναν στους κήπους και από τους φράχτες έσπαζαν ξερά κλαδιά, έπειτα επισκέπτονταν συγγενικά σπίτια και πετούσαν μέσα στο άσβηστο τζάκι τα κλαδιά που ανέδιδαν μια πλούσια λάμψη φωτεινή και χαρούμενη σαν την άνοιξη που προμήνυαν οι φωνές των παιδιών, σαν να προσπαθούσαν να μιμηθούν τα πουλιά στα τιτιβίσματα τους και άκουγες να τραγουδούν: «τσιτσιρβίτσιρ, τσιτσιρβίτιρ φούτζε γκαρνα,ξ γίνε βεάρα» που σημαίνει «φεύγει ο χειμώνας, έρχεται η άνοιξη». Και ακούς να επαναλαμβάνουν «πούλοι, πούλοι, πούλοι», πουλιά, πουλιά, πουλιά που υποδηλώνει καθαρά τον ερχομό των πουλι΄ν και συνάμα της άνοιξης. Οι συγγενείς πρόσφεραν στα παιδιά σύκα, σταφίδες, ξηρούς καρπούς και ευχές για προκοπή και πρόοδο και να ξανάρθουν πάλι του χρόνου χαρούμενοι.

Σημαντικό στοιχείο στη λαϊκή παράδοση του Πισοδερίου αποτελούντα διασωζόμενα παραμύθια. Τα επινόησαν οι άνθρωπο εκείνοι που κατοικούσαν στα αετοχώρια του Βαρνούντα από ανάγκη, μια που τους χειμωνιάτικους μήνες αποκλείονταν από τα χιόνια.

Από γενιά σε γενιά, παραδίδονται πανάρχαιες παραδόσεις μεταμορφωμένες σε παραμύθια. «Ήταν και δεν ήταν» έτσι αρχίζουν όλα τα παραμύθια και τα παιδιά κρέμονται από τα χείλη της μητέρας ή της γιαγιάς, για να ακούσουν τα γεμάτα μυστήριο, παραξενιά και ομορφιά πανάρχαια παραμύθια, που είναι γεμάτα από τη ζεστασιά και το στοχασμό του τζακιού.

Η Πισοδερίτισα κ. Αντιγόνη Τσάμη με ιδιαίτερη ευαισθησία στη λαϊκή κληρονομιά μας προσπαθεί, καιρό τώρα, να αποτυπώσει και να διασώσει ό, τι είναι δυνατό από το ένδοξο παρελθόν. Στη συνέχεια παρατίθεται συνέντευξη της ίδιας που με χαρά δέχτηκε να μιλήσει για τον πολυαγαπημένο της τόπο για άλλη μια φορά.